ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΡΓΚΕΙ

On 15 October, 2012 by ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

 

ο Αγιος Αντρέι και ο άγγελος Σεργκέι,
στο δείπνο της σοφίας, με άδεια πιάτα,
αλλά με γαλήνια ουράνια διάθεση.
η πείνα των αγίων και των εξαθλιωμένων
δεν έχει ακόμα τραγουδηθεί.
οι στιγμὲς μιας δυνατής και γενναίας ζωής
μας πείθουν πὼς ο χαμένος παράδεισος
δεν έχει ανεπανόρθωτα χαθεί.

 

 

συνηθισμένοι άνθρωποι
είναι ικανοί για πράξεις μεγάλες, ασύλληπτες.
οι συγκεκριμένοι άνθρωποι
-
λίγοι και εξαιρετικοί  -
βρίσκονται στη ζωή μας αυτή τη στιγμή
για να μας δείξουν ότι μπορούμε
να βγάλουμε φτερά και να πετάξουμε
και να μοιάσουμε με αγγέλους.

 

 

και έβαλε το δάκτυλο πάνω στη σκουριά του χρόνου.
αυτή που σκεπάζει τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων,
σαν μαύρη κουρτίνα λησμονιάς.
κι ομως η σκουριά έχει κάτι τι το πολύτιμο,
έχει εμπειρία, έχει σοφία….
κι ας μην έχει χρώματα…

 

 

αλλά έτσι μάθαμε να ζούμε.
με τους προγόνους που παραμένουν
αξέχαστοι κι αθάνατοι.
ένοιωσες την ευαισθησία…
το πάθος για την ζωή..
την αγάπη για τον άνθρωπο…
λατρεία για το γενέθλιο τόπο
και τη χαμένη νεότητα…

 

 

έπαιξες κρυφτό με το μέλλον.
έπαιξες κρυφτό με τον έρωτα.
έπαιξες κρυφτό με το Θεό.
και σου έμεινε μόνο μια απορία:

- τι χρώμα έχουν τα ρόδια την μέρα;

 

 

στήθηκες καμαρωτός και περήφανος
τέντωσες τα όνειρα σου
σαν ύστερο κι ολέθριο πάθος μιας ζωής
μ΄ ατέρμονα ποιήματα απείθειας ωραία.

στην ομορφιά ας περπατήσω
ολημερίς ας περπατήσω
και στις εποχές που επιστρέφουν ξανά ας περπατήσω
όμορφα θα αποκτήσω ξανά
όμορφα πουλιά
όμορφα χαρούμενα πουλιά

με το που την ακούμπησε όμως,
η ντουλάπα άρχισε να αστράφτει 

όλο και περισσότερο και να γίνεται
πιο χρυσή και από χρυσή!
υπήρχε όλη η ιστορία των προγόνων του,
από πάππου προς πάππου.
το τι δε βρήκε εκεί μέσα,
από μάλλινα πουλόβερ έως ξεχασμένες εικόνες,
γεμάτες δάκρια και φιλιά!

όταν άνοιξε τα μάτια του είδε έναν τόπο
χωρίς καθόλου χρώματα.
υπήρχαν μόνο φωτιές, πέτρες,
και άνθρωποι άσχημοι,
που δούλευαν ασταμάτητα!
τρόμαξε τόσο πολύ
που έκατσε σε μια γωνιά
και άρχισε να κλαίει.

το μόνο που έβλεπε γύρω
ήταν ένα πηχτό μαύρο σκοτάδι.
φοβήθηκε, δεν ήξερε τι να κάνει,
γιατί ενώ γνώριζε πως ήταν μέρα ,
αυτή η μέρα έμοιαζε με νύχτα.
μα δε φοβήθηκε μόνον για τον εαυτό της
αλλά και για τον κόσμο όλο

τότε κατάλαβε πως το σκοτάδι ελαττώθηκε
ή ότι τα μάτια του είχαν αρχίσει να συνηθίζουν,
και ξεχώρισε τα δέντρα του δάσους
που ήτανε δίπλα από το χωριό του.
όμως, όλα ήταν ανάποδα,
τα φύλλα του δέντρου ήταν μαύρα,
ο ήλιος ήταν σκούρος μπλε,
όλα αντίθετα,
ακόμα και οι άνθρωποι.

προσπάθησε μια στιγμή να το σκάσει 

κι άρχισε να τρέχει,
να τρέχει και να τρέχει για να βρει κάποια διέξοδο.
όμως, χωρίς να το καταλαβαίνει
έμπαινε πιο βαθιά στον άσχημο αυτό κόσμο.
δεν μπορούσε μήτε να κλάψει
γιατί ήξερε ότι αν άρχιζε να κλαίει,
θα τον βρίσκανε.
περπατούσε και περπατούσε
και τελειωμό δεν είχε το περπάτημά του,
λες κι ο δρόμος αυτός δεν τελείωνε πουθενά.

τότε λίγα βήματα παρακάτω
έλαμψε ένα φως που τον τράβηξε μέσα του
και τον γύρισε στο σπίτι του.
δεν ήταν όμως ο ίδιος.
ένιωθε πολύ αλλαγμένος από αυτή του την περιπέτεια.
Φώναξε με δύναμη:
– Εγώ, ο Σεργκέι…

από τότε οι άνθρωποι άλλαξαν,
δε μάλωναν πια,
και τραγουδούσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.
αν κάποτε λοιπόν, κάποια φορά
βρεθείτε σ’ αυτό το δάσος
ίσως βρείτε αυτό το χρυσό άγαλμα
γιατί ούτε κι εγώ μαρτύρησα
σε κανέναν ότι υπάρχει.
και έτσι το μοιραζόμαστε μόνο
οι ευτυχείς δυστυχισμένοι του κόσμου ετούτου

 στα γεράματα, περιδιαβαίνοντας ένα μονοπάτι ομορφιάς,

ζωηρά ξανά, ας περπατήσω
τελειώνει μέσα στην ομορφιά
όλη η ζωή

γιατί είχε δίκαιο – αυτός – που είπε
ότι η ποίηση αρχίζει εκεί
απ΄όπου την τελευταία λέξη
δεν την έχει ο θάνατος.
τον προσπερνά,
τον χλευάζει,
τον αψηφά,
τον νικά.

μας τρομάζει η ομορφιά των άλλων
χάθηκα στο απέραντο των ιστοριών σου
χάθηκα στη δίνη των εικόνων, μιας ζωής απερίγραπτης

μας τρομάζει η ομορφιά των άλλων

σαν το απέραντο της θάλασσας
και του ουρανού βαθύ το βλέμμα σου
σαν όλη την σοφία της πλάσης η μορφή σου.

αριστοτεχνική ομορφιά της αρμονίας
των εικόνων και της ποίησης…
ποια «απέραντη σιωπή»;
ας πούμε τώρα την αλήθεια
για μια φορά μόνο

θα κλέψουμε
θάρρος,
αναπνοή,
κουράγιο,
βηματισμό,
θάλασσα,
βουνό,
πίστη.
Θα κλέψουμε ζωή
Θα ξαναβρεθούμε κάποτε
είναι το μόνο βέβαιο…

2 Responses to “ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΡΓΚΕΙ”

  • ευτυχής που βρήκα ένα τέτοιο κείμενο, σαν δροσερό νεράκι στη μέση του καύσωνα. ευχαριστώ πολύ..

  • σαν ένα ποτάμι από λέξεις, που μέσα του ταξιδεύουν κορνίζες στο χρώμα της σκουριάς με παλιές φωτογραφίες… άραγε, το αναπόδραστο του ποιητή σκηνοθέτη; πάντως, αυτή τη γλώσσα σίγουρα τη διαβάζει τώρα κι ο Σεργκέι

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>